Πρόσφατα Άρθρα Διαβάστε τις τελευταίες αναρτήσεις μας

ΤΟ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΥΠΕΡΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ


Μετατρέπεται σε... αστακό με στόχο την παντοδυναμία, την ώρα που διαφαίνονται ευκαιρίες για την Ελλάδα.
Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι επιδεινούμενες σχέσεις της με την Ουάσιγκτον θα υπονομεύσουν την προσπάθεια της Άγκυρας.
Πιθανότατα σε βάθος χρόνου οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις να αντιμετωπίσουν πολύ σοβαρά προβλήματα που θα πλήξουν τη μαχητική τους ικανότητα.

ΤΟΥ ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα άρθρα, οι συνέπειες του αποτυχημένου πραξικοπήματος για τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις ήταν κοσμογονικές και κατά συνέπεια το αξιόμαχό τους έχει μειωθεί δραματικά. Έτσι, έχει περιοριστεί και η επικινδυνότητά τους για την Ελλάδα. Αυτή όμως είναι μια προσωρινή κα­τάσταση. Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα γίνει σε βάθος χρόνου. Εξετάζοντας τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις σήμερα, βλέπουμε ότι χαρακτηρίζονται από αντιφατικά στοιχεία.

Από τη μια, η Τουρκία συνεχίζει να εξοπλίζεται επενδύοντας σε οπλικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας, με αιχμή του δόρατος το αμερικανικό μαχητικό πέμπτης γενεάς F-35 Lightning II της Lockheed Martin, που τα επόμενα χρόνια αναμένεται να αρχίσει να τίθεται σε υπηρεσία στην τουρκική Αεροπορία. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Τουρκία κατασκευάζει ολοένα και περισσότερα εγχώριας ανάπτυξης όπλα υψηλής τεχνολογίας και μεγάλων επιχειρησιακών ικανοτήτων.

Ένα παράδειγμα είναι ο αντιαρματικός πύραυλος OMTAS, με βεληνεκές 4 χιλιομέτρων. Το βλήμα αυτό καθοδηγείται προς τον στόχο του με κάμερα υπερύθρων και έχει τη δυνατότητα να εγκλωβίσει τον στό­χο του είτε προ της εκτόξευσης (LOBL) είτε μετά (LOAL). Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να προσβάλει στόχους και εκτός της γραμμής της θέας (NLOS), εκτοξευόμενο από καλυμ­μένες θέσεις. Επιπροσθέτως, έχει επιλογή διαμόρφωσης fire-and-forget, που επιτρέπει στον χειριστή να εξαπολύσει τον πύραυλο και μετά να σπεύσει να αναζητήσει κάλυψη, αφήνοντας το βλήμα να λειτουργήσει αυτό­νομα, καθώς και επιλογή καθοδήγησης του βλήματος από τον χειριστή μέχρι τη στιγμή της πρόσκρουσης (man-on-the-loop). Κάθε λειτουργία έχει τα δικά της πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, ανάλογα με τις συνθήκες, και εξ όσων ο γράφων γνωρίζει δεν υπάρχει αντίστοιχο όπλο διεθνώς που να έχει τέτοια ευρεία γκάμα επιλογών καθοδήγησης.

Μάλιστα, τον Ιούνιο που μας πέρασε ο Στρατός της Τουρκίας ανέθεσε στην εγχώ­ρια εταιρεία FNSS συμβόλαιο για την παραγωγή 260 αντιαρματικών οχημάτων που θα χρησιμοποιούν τον εν λόγω πύραυλο. Εξ αυτών, τα 184 θα είναι ερπυστριοφόρα και τα υπόλοιπα 76 τροχοφόρα.

Η FNSS σχεδιάζει να χρησι­μοποιήσει το ελαφρύτερο μέλος της οικογένειας των οχημάτων Kaplan για τα ερπυστρι­οφόρα και το PARS 4χ4 για τα τροχοφόρα. Κάθε όχημα θα διαθέτει μη επανδρωμένο πυργίσκο, στον οποίο θα υπάρχουν τέσσε­ρις εκτοξευτές OMTAS έτοιμοι για βολή και ένα πολυβόλο των 7,62 χιλιοστών. Και τα δύο οχήματα θα είναι αμφίβια και θα έχουν σπονδυλωτή κατασκευή ώστε να είναι εύκο­λη η τροποποίηση και αναβάθμισή τους στο μέλλον. Τα οχήματα αυτά αποτελούν μια νέα απειλή υψηλής επικινδυνότητας για τον Ελ­ληνικό Στρατό.

Ακάθεκτη παρά τις εξελίξεις

Ένα άλλο παράδειγμα που δείχνει τον δυ­ναμισμό της τουρκικής πολεμικής βιομη­χανίας είναι το τουρκικό ρομποτικό αερο­σκάφος Bayraktar και ο εφοδιασμός του με το επίσης τουρκικό κατευθυνόμενο βλήμα SMM. Συγκεκριμένα, τον χειμώνα που μας πέρασε ένα τουρκικής ανάπτυξης και κατα­σκευής μη επανδρωμένο αερόχημα (UAV) Bayraktar, της βελτιωμένης και μεγαλύτερης έκδοσης ΤΒ2, εξαπέλυσε ένα μικρό βλήμα ειδικό για τοποθέτηση σε μικρά αεροχήματα, επίσης τουρκικής ανάπτυξης, το Mini Akilli Muhimmat/Smart Micro Munition (MAM / SMM) της Roketsan. Έτσι, η Τουρκία καθίσταται μια από τις λίγες χώρες στον πλανήτη που έχει δικής της ανάπτυξης οπλι­σμένα ρομποτικά αεροχήμα­τα με εγχώρια όπλα. Το SMM είναι ένα καθοδηγούμενο με κατάδειξη λέιζερ βλήμα αερολίσθησης που συνδυά­ζει υποσυστήματα του αεροεκτοξευόμενου αντιαρματικού πυραύλου UMTAS της Roketsan και της κατευθυνόμενης ρουκέτας των 2,75 ιντσών Grit, επίσης τουρκικής κα­τασκευής και ανάπτυξης.

Δύο ακόμη παραδείγματα είναι ο αεροεκτοξευόμενος πύραυλος cruise SOM με ισχυρά χαρακτηριστικά stealth, που θα μπο­ρεί να εξαπολύεται και από την εσωτερική δεξαμενή οπλισμού του F-35 και φιλοδοξεί σε διεθνή καριέρα στοχεύοντας στις αγορές των χρηστών του εν λόγω μαχητικού και τα κιτ μετατροπής «χαζών» βομβών σε «έξυ­πνες» (Hassas Gudum Kiti και Kanatli Gudum Kiti), τα οποία εκτιμάται ότι βρίσκονται ήδη σε υπηρεσία στην τουρκική Αεροπορία. Κι αυτά είναι απλώς η κορυφή του παγόβου­νου. Η Τουρκία συνεχίζει ακάθεκτη μια τερά­στια εξοπλιστική προσπάθεια, αγοράζοντας αλλά και αναπτύσσοντας δικά της οπλικά συστήματα με απώτερο σκοπό να καταστεί μεγάλη ευρασιατική δύναμη, τόσο στρατιω­τική όσο και βιομηχανική.

Βέβαια, μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι οι επιδεινούμενες σχέσεις Ουάσιγκτον - Άγκυρας θα υπονομεύσουν την εξοπλιστική προσπάθεια της τελευταίας. Όμως αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα συμβεί. Όπως έχουμε υποστηρίξει και σε προηγούμενα άρθρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες το πιο πιθανό είναι ότι θα υιοθετήσουν μια πολιτική κατευνασμού έναντι της Τουρκίας ώστε να αποφύ­γουν τη σύγκρουση μαζί της. Ακόμη όμως κι αν προέκυπτε κάποιου είδους εμπάργκο στα αμερικανικά ή και τα ευρωπαϊκά οπλι­κά συστήματα, το γεγονός αυτό απλώς θα ωθούσε την Άγκυρα να ενισχύσει ακόμη πε­ρισσότερο τις προσπάθειές της για εγχώρια ανάπτυξη οπλικών συστημάτων, κάτι που θα είχε τεράστια δυνητικά οφέλη τόσο για τη στρατιωτική της ισχύ όσο και για την ευρύτε­ρη τεχνοοικονομική της παραγωγική δομή σε βάθος χρόνου. Επίσης, μάλλον θα έκανε αποφασιστικό άνοιγμα προς τις αγορές πο­λεμικού υλικού της Κίνας και της Ρωσίας, αποκτώντας οπλικά συστήματα τα οποία ενδεχομένως θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνα για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις απ' ό,τι τα δυτικής προέλευσης, όπως, για παράδειγ­μα, το πανάκριβο και αμφιλεγόμενο F-35.

«Πολιτικοποιημένος», ύποπτος και δυσκίνητος στρατός

Αυτή, βέβαια, είναι η μία πλευρά των πραγ­μάτων. Καθώς, από την άλλη, οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις ενδέχεται να αντιμετω­πίσουν πολύ σοβαρά προβλήματα συν τω χρόνω, που θα υπονομεύσουν δραστικά τη μαχητική τους ικανότητα. Καταρχάς, ακόμη και στον χώρο των οπλικών συστημάτων οι μεγάλες αγορές δεν είναι σίγουρο ότι θα ενισχύσουν τις μαχητικές ικανότητες της γείτονος. Κι αυτό γιατί η αξία οποιοσδήποτε όπλου δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική και λαμβάνει υπόσταση ανάλογα με τις συνθή­κες που θα κληθεί να χρησιμοποιηθεί - γεω­γραφικές, επιχειρησιακές κ.ά.

Έτσι, λοιπόν, η «αυτοκρατορική» Τουρκία που οικοδομεί ο Ερντογάν αναμένεται να δώσει έμφαση και στην απόκτηση «αυτο­κρατορικών» όπλων. Δηλαδή οπλικών συ­στημάτων υψηλής συμβολικής σημασίας που θα επιβεβαιώνουν σημειολογικά τη λειτουργία της Άγκυρας ως μεγάλης δύνα­μης. Παρόμοια όπλα, ωστόσο, ενδέχεται να μην ταιριάζουν στις συνθήκες της περιοχής και να αποτελέσουν περισσότερο αχίλλειες πτέρνες παρά ισχυρά στοιχεία της τουρκικής πολεμικής μηχανής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αεροπλανοφόρο που θέλουν να προμηθευτούν οι Τούρκοι, ενώ ακόμη και το μαχητικό F-35 έχει παρόμοια στοιχεία.

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι τα οπλικά συστήματα από μόνα τους δεν σημαίνουν και σπουδαία πράγματα. Είναι οι άνθρωποι πίσω από αυτά που μετράνε. Και δεν είναι απίθανο στο μέλλον ο Τουρκικός Στρατός να οδηγηθεί σε ένα είδος άτυπης αποδόμησης, όπως έχει συμβεί και σε άλλα κράτη όπου την εξουσία κατέχει ένα αυταρχικό καθε­στώς που φοβάται τις Ένοπλες Δυνάμεις του. Κι ενώ οι συνέπειες από τους διωγμούς των στρατιωτικών στελεχών μπορεί να αντιμε­τωπιστούν σε βάθος χρόνου, όπως συνέβη στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης μετά την εξόντωση του μεγαλύτερου μέρους της στρατιωτικής ηγεσίας από τον Στάλιν, δεν εί­ναι σίγουρο ότι μπορεί να συμβεί το ίδιο και με τις συνέπειες που θα επιφέρουν οι αλλα­γές στη λειτουργία του στρατεύματος.

Η σύγχρονη ιστορική εμπειρία μάς έχει δεί­ξει ότι αυταρχικά καθεστώτα με αμφιλεγό­μενης αφοσίωσης στρατεύματα έχουν την τάση να «πολιτικοποιούν» την επιλογή και εξέλιξη των στελεχών, με αποτέλεσμα να εξε­λίσσονται οι πιστοί στο καθεστώς και όχι οι άξιοι. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η ενί­σχυση του ελέγχου του στρατεύματος από την πολιτική ηγεσία καθιστά τη δομή διοί­κησης «βαριά» και άκαμπτη και η διαδικασία λήψης αποφάσεων γίνεται ολοένα και πιο δύσκαμπτη κα συγκεντρωτική. Οι παθογένειες αυτές έτσι κι αλλιώς ενδημικές σε χώρες με πατριαρχική - συγκεντρωτική κοινωνική και πολιτική δομή όπως είναι η Τουρκία, υπονο­μεύουν δραστικά τη μαχητική ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως μας έχει δείξει και η εμπειρία των αραβοϊσραηλινών πολέμων και μια σειρά από άλλες πολεμικές συγκρού­σεις στη σύγχρονη ιστορία.

Η οικοδόμηση μιας αποτρεπτικής δύναμης

Συμπερασματικά, ο αυστηρά ελεγχόμενος συγκεντρωτικός και άκαμπτος Τουρκικός Στρατός που ενδέχεται να προκόψει μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα αναμένεται να έχει μια σειρά από οργανικές αδυναμίες τις οποίες μπορεί να εκμεταλλευτεί η Ελλάδα ώστε να οικοδομήσει μια αποτελεσματική αποτρεπτική δύναμη απέναντι του. Το ενδια­φέρον της υπόθεσης είναι ότι αν πράγματι οι υποθέσεις αυτές έχουν κάποια βάση, τότε η δραστική ενίσχυση της μαχητικής ικανότη­τας του ελληνικού στρατεύματος έναντι του τουρκικού, με βάση την προσαρμογή στις αδυναμίες του τελευταίου, δεν θα πρόκειται για κάποια πολυδάπανη προσπάθεια που θα βασίζεται στην αγορά οπλικών συστημάτων. Αντιθέτως θα είναι πρωτίστως μια ανανέωση των τακτικών και μεθοδολογιών μάχης που θα δίνουν έμφαση στην ευελι­ξία, την ανάληψη πρωτοβουλιών από τους επιμέρους ηγήτορες και τον αυτοσχεδιασμό και θα αποσκοπούν στη διεξαγωγή επιχειρήσεων γρήγορου ρυθμού και στη διαρκή προσαρμογή στη ρευστή πραγμα­τικότητα της μάχης. Αυτά είναι τα βασικά στοιχεία της μαχητικής φιλοσοφίας που αναφέρεται ως «Διοίκηση διά της Αποστολής» («Mission Command» για τους Αμερικανούς και «Auftragstaktik» για τους Γερμανούς) και ήταν το «μυστικό όπλο» μικρών στρα­τευμάτων με κατώτερα ποιοτικά οπλικά συστήματα που κατάφεραν να κατανικήσουν πολύ μεγαλύτερες και με ανώτερα οπλικά συστήματα δυνάμεις, οι οποίες όμως ήταν συγκεντρωτικές, άκαμπτες και κατέπνιγαν την πρωτοβουλία, όπως ενδέχεται να είναι ο μελλοντικός Τουρκικός Στρατός. 

* Διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-02/09-08/09/16)

ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ


Εντείνουν την προκλητικότητα της οι πολλαπλές υποχωρήσεις.
Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σήμερα αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουν χάσει το αξιόμαχό τους.
Οι γείτονες αντιμετωπίζουν πολύ περισσότερα προβλήματα τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στο εξωτερικό.

του ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΡΙΒΑ*

Στο προηγούμενο άρθρο στα «Επίκαιρα» είχαμε εξετάσει την εντεινόμενη τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο υπό το φως των γεωπολιτικών δεδομένων που διαμορφώνονται στην περιοχή, στο πλαίσιο ενός αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος, μέσα στο οποίο η Τουρκία επιδιώκει να έχει πρωτεύοντα ρόλο. Υποστηρίξαμε ότι είναι σχεδόν ανα­πόφευκτο η Άγκυρα να επιχειρήσει να κυρι­αρχήσει περίπου ολοκληρωτικά στο Αιγαίο, αφήνοντας στην Ελλάδα κάποιου είδους «συμβολική» κυριαρχία. Είχαμε επίσης εξετάσει την πολιτική διαδοχικών «μικρών βημάτων» που ακολουθεί η Τουρκία στο Αιγαίο, αναβαθμίζοντας σταδιακά τις προκλήσεις της και σταματώντας μόλις η Ελλάδα αντιδράσει, για να ξεκινήσει από ένα νέο και πιο προωθημένο σημείο αφετηρίας. Απ' ό,τι φαίνεται, η μέχρι τώρα αποτρεπτική στρατηγική της Ελλάδας δεν μπορεί να αντιδράσει επαρκώς σε αυτή τη μεθοδολογία «σαλαμοποίησης». 

Ένα πρόβλημα της ισχύουσας ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής είναι ότι λειτουργεί αντανακλαστικά στις τουρκικές προκλήσεις, αφήνοντας την πρωτοβουλία στην αντίπαλη πλευρά, η οποία αποκτά έτσι τη δυνατότητα να επιτυγχάνει κάθε φορά μικρά κέρδη, τα οποία όμως αθροιζόμενα είναι πολύ μεγάλα, χωρίς, μάλιστα, να κινδυνεύει να εμπλακεί σε πολεμικό επεισόδιο, αφού εκείνη αποφασίζει σε ποιο βαθμό θα κλιμα­κώσει. Απαιτείται, λοιπόν, μια νέα φιλοσοφία αποτροπής η οποία θα πρέπει να είναι πιο ενεργητική έναντι της γείτονος. Κατά την άποψη του γράφοντος, η Ελλάδα θα πρέπει να αυξήσει αποφασιστικά τον βαθμό απροβλεπτότητας των ενεργειών της έναντι της Τουρκίας έτσι ώστε η τελευταία να χάσει τη βεβαιότητα ότι οι προκλήσεις της είναι απο­λύτως ασφαλείς όσο η ίδια δεν αποφασίζει να οδηγήσει τα πράγματα σε επίπεδο πολε­μικής αντιπαράθεσης και θεωρεί δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να το πράξει.

Βέβαια, παρόμοιες αντιλήψεις είναι πε­ρίπου σίγουρο ότι θα αντιμετωπιστούν με θυμηδία και περιφρόνηση απ' όσους θεω­ρούν (και είναι πολλοί) ότι η Ελλάδα δεν έχει καμιά τύχη σε περίπτωση πολεμικής αναμέτρησης με την Τουρκία και ακόμη κι αν κάτι μπορούσε να κάνει στο παρελθόν σήμερα είναι απλά αδύνατον λόγω των οι­κονομικών προβλημάτων της χώρας, που αντανακλώνται και στις Ένοπλες Δυνάμεις. Τείνει να επιβληθεί ως αναντίρρητη πραγ­ματικότητα από διάφορους κύκλους ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις «δεν έχουν ανταλλακτικά», «δεν έχουν καύσιμα» και όλα τα συναφή, δεν μπορούν κατά συνέ­πεια να πολεμήσουν.

Όπως όλα τα επικίνδυνα ψέματα, η άπο­ψη αυτή εμπεριέχει ψήγματα αλήθειας. Πράγματι, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σήμερα αντιμετωπίζουν πολύ περισσότε­ρα προβλήματα σε σύγκριση με το κοντινό παρελθόν. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν χάσει το αξιόμαχό τους. Απεναντίας... Επιπροσθέτως, ούτε και το τουρκικό στράτευμα βρίσκεται στην καλύτερη κατάστα­ση. Αντιμετωπίζει κι αυτό πολλά προβλή­ματα, αν και διαφορετικού είδους από το ελληνικό. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα πρέπει να γνωρίζουμε πως εξαιρετικά σπάνιες ήταν οι περιπτώσεις στην ιστορία που κάποιος στρατός ξεκίνησε μια πολε­μική αντιπαράθεση επαρκώς προετοιμα­σμένος και εξοπλισμένος. Ούτε οι Ηνωμέ­νες Πολιτείες έχουν ξεφύγει από αυτό τον κανόνα. Τέλος, ας έχουμε υπόψη ότι, αν και ορισμένες ελλείψεις μπορεί να υπάρχουν σε κάποια υλικά στο ελληνικό στράτευμα, σε κάποια άλλα υπάρχει περίσσεια σε τέ­τοιο βαθμό που να επιτρέπουν ακόμη και πολεμικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας παρατεταμένης χρονικής διάρκειας.

Φυσικά, παρόμοιο ενδεχόμενο δεν είναι επιθυμητό. Κανενός είδους πολεμική αντι­παράθεση με την Τουρκία, ή με οποιονδήποτε άλλο, δεν είναι επιθυμητή. Όμως κάθε αξιόπιστη αποτρεπτική στρατηγική εδράζεται σε μια πειστική απειλή πολεμικής δράσης έναντι του εκάστοτε αντιπάλου, που να εξα­σφαλίζει ότι σε περίπτωση επιθετικής ενέρ­γειας από πλευράς του αφενός μεν δεν θα του επιτρέψει να επιτύχει τους σκοπούς του («αποτροπή διά της άρνησης» / «deterrence by denial»), αφετέρου δε, ακόμη κι αν τους επιτύχει, θα καταβάλει δυσανάλογα μεγάλο τίμημα γι' αυτό («αποτροπή διά της τιμωρί­ας» / «deterrence by punishment»).

Βασικό δε στοιχείο κάθε αξιόπιστης απο­τρεπτικής πρότασης είναι ότι θα πρέπει να είμαστε σε θέση όχι μόνο να επιφέρουμε μεγάλα πλήγματα στον αντίπαλο, αλλά να υποστούμε κι εμείς βαριές απώλειες. Για παράδειγμα, η αποτρεπτική στρατηγική των ΗΠΑ στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου περι­λάμβανε την αποδοχή της ολοκληρωτικής καταστροφής της χώρας -και ολόκληρου του πλανήτη, εδώ που τα λέμε- από μαζικές ανταλλαγές πυρηνικών πληγμάτων σε περί­πτωση που η Σοβιετική Ένωση πρόσβαλλε όχι αμερικανικό έδαφος, αλλά τη Δυτική Ευρώπη. Άρα οι αιτιάσεις ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εμπλακεί αυτή τη στιγμή σε κά­ποια αντιπαράθεση με την Τουρκία λόγω των οικονομικών της προβλημάτων είναι πολύ απλά εκτός πραγματικότητας.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι εδώ και μερικά χρόνια το επίσημο ελληνικό δόγμα Άμυνας έχει μετονομαστεί σε αποτρεπτικό. Αν, λοι­πόν, οι ηγετικές ελίτ της χώρας θεωρούν ότι δεν είναι σε θέση να καλύψουν τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της αποτροπής, τότε καλό θα ήταν να αλλάξουν και το αμυντικό δόγμα, να το χαρακτηρίσουν με κάποιο άλλο τρόπο που θα κρίνουν ότι είναι «ρεαλιστικός» και να πάψουμε να ασχολούμαστε με αυτό. Όσο όμως επιμένουν στην αποτροπή θα πρέπει να έχουν υπόψη ότι στα θεμελιώδη στοιχεία αυτής ανήκει και η αποδοχή ακραίων συνεπειών ακόμη και για φαινομενικά «μικρά» διακυβεύματα έτσι ώστε να αποφευχθούν ακριβώς οι κίνδυνοι «σαλαμοποίησης».

Βεβαίως, θα πρέπει να ξανατονίσουμε ότι σκοπός της αποτροπής δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η αποφυγή του. Αντιθέτως, μεθοδολο­γίες πολλαπλών υποχωρήσεων είναι περί­που επόμενο ότι θα οδηγήσουν σε πολεμι­κή αντιπαράθεση.

Πιο τρωτή από την Ελλάδα

Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, βασικό στοιχείο της αποτροπής είναι οι συνέπειες που είσαι σε θέση να επιφέρεις στον αντί­παλό σου. Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από τις δικές σου ικανότητες, αλλά και από τις τρωτότητες του αντιπάλου. Στο ελλη­νοτουρκικό σύστημα, λοιπόν, σε πλήρη αντίθεση με την εν Ελλάδι κυριαρχούσα άποψη, η Τουρκία είναι αυτή που είναι πιο τρωτή. Κι αυτό γιατί αντιμετωπίζει πολύ περισσότερα προβλήματα από την Ελλάδα τόσο στο εξωτερικό της όσο και στο εσωτερικό.

Ας αναλογιστούμε μόνο ότι, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, η δομή του ΝΑΤΟ και, κατά συνέπεια, η αποτρε­πτική του λειτουργία, τουλάχιστον για το διάστημα που η σύγκρουση διαρκεί, ουσι­αστικά παύει να υφίσταται. Ως εκ τούτου, η «παγωμένη» ρωσοτουρκική αντιπαράθεση τοποθετείται σε ένα νέο πλαίσιο. Αν, μάλιστα, η σύγκρουση αυτή διαιωνιστεί, τότε οι συνέπειες για τη συνοχή της νατοϊκής συμμαχίας μπορεί να είναι μόνιμες. Και τότε η Τουρκία θα βρεθεί ενώπιον των συνεπειών που έχει δημιουργήσει η πολιτική της, η οποία έχει οδηγήσει σε πλήθος ανοιχτών μετώπων σε όλα της τα σύνορα.

Κυρίως όμως είναι το ζήτημα των Κούρδων που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εσωτερική πολεμική αντιπαράθεση μεγάλης κλίμακας σε περίπτωση που η Τουρκία εμπλέκονταν σε πόλεμο με κάποια άλλη χώρα, ενώ και οι υπόλοιπες αντιφάσεις στην εσωτερική της δομή θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Με άλλα λόγια, η Τουρκία θα κινδύνευε να βρεθεί ενώπιον καταστάσεων που θα απειλούσαν ακόμη και την ίδια της την ύπαρξη αν εμπλεκόταν σε πολεμική αναμέ­τρηση με την Ελλάδα, κάτι που δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί για τη χώρα μας. Άρα η Τουρκία έχει περισσότερα πράγματα να φοβάται από την Ελλάδα σε περίπτωση ανεξέλεγκτης πολεμικής αναμέτρησης μεταξύ των δύο χωρών. Κατά συνέπεια, μια ρεαλιστική αποτρεπτική πρόταση από πλευράς της χώρας μας, που θα έχει στόχο ακριβώς να αποφύγει την πολεμική ανα­μέτρηση, θα πρέπει να περιλαμβάνει και αυτή την πιθανότητα.

Επιπροσθέτως, μια αποτρεπτική πρόταση δεν είναι ανάγκη να στρέφεται μόνο ενα­ντίον του αντιπάλου. Μπορεί να έχει απο­δέκτες και άλλους ισχυρούς δρώντες του διεθνούς συστήματος. Για παράδειγμα, το καθεστώς του Απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρι­κή είχε κατασκευάσει και διατηρούσε ένα μικρό πυρηνικό οπλοστάσιο, αποτελούμενο από έξι ατομικές βόμβες, όχι τόσο για να το χρησιμοποιήσει κατά κάποιου εξωτερικού εχθρού, αλλά, σε περίπτωση που δεχόταν μείζονα απειλή, να απειλούσε με τη σειρά του με πυρηνική κλιμάκωση που θα είχε αποσταθεροποιητικές συνέπειες σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα και να εκβίαζε με τον τρόπο αυτό την παρέμβαση των ΗΠΑ.

Στη δική μας περίπτωση, το γεγονός ότι και οι δύο χώρες ανήκουν στο ΝΑΤΟ ση­μαίνει ότι μια αναμέτρηση μεταξύ τους θα είχε επιπτώσεις στη συνοχή της Συμμαχίας και επομένως σε όλο το πλέγμα των παγκό­σμιων ισορροπιών. Βέβαια, αν η σύρραξη αυτή είχε πολύ μικρή διάρκεια οι συνέπειες μάλλον θα ήταν διαχειρίσιμες. Αυτή ακρι­βώς τη βεβαιότητα θα πρέπει η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική να υπονομεύσει. Κατά την άποψη του γράφοντος, οι Ηνωμέ­νες Πολιτείες, παρόλο που οι σχέσεις τους με την Τουρκία ολοένα επιδεινώνονται, σε περίπτωση ελληνοτουρκικής αντιπαράθε­σης θα παρέμβουν πυροσβεστικά, επιδιώκοντας να λήξουν όσο το δυνατόν πιο σύ­ντομα το επεισόδιο, λειτουργώντας όμως ετεροβαρώς υπέρ της Τουρκίας στα ανταλ­λάγματα που θα της προσφέρουν ακριβώς επειδή τη φοβούνται, ενώ θεωρούν την Ελ­λάδα δεδομένη. Αυτό επιτρέπει στην Άγκυρα να σχεδιάζει σενάρια «λελογισμένων» πολεμικών αναμετρήσεων μικρής έντασης και διάρκειας που θα της προσφέρουν γε­ωπολιτικά κέρδη με ελάχιστο έως ανύπαρ­κτο ρίσκο.

Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Ελλάδα κα­ταφέρει να περάσει το μήνυμα ότι υπάρχει η πιθανότητα να επιλέξει ακόμη και την εμπλοκή σε παρατεταμένη πολεμική αντι­παράθεση αν έτσι κρίνει σκόπιμο, τότε η συνοχή του ΝΑΤΟ θα απειληθεί σοβαρά και οι ΗΠΑ πιθανόν να αναγκαστούν να αλ­λάξουν τις επιλογές τους και να κινηθούν προς την αποφασιστική στήριξη της Ελλά­δας ή ακόμη και σε πλήρη περιθωριοποίηση της Τουρκίας πριν ξεσπάσει κάποια κρίση. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν είναι καθό­λου σίγουρο ότι θα συμβεί αλλά, σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση της απροβλεπτότητας των ελληνικών αντιδράσεων στην τουρκική εντεινόμενη επιθετικότητα μόνο κέρδη μπορεί να έχει για τη χώρα μας τόσο έναντι της Τουρκίας αυτής καθαυτής όσο και έναντι των ΗΠΑ και των άλλων χωρών της Δύσης.

* Διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

(ΕΠΙΚΑΙΡΑ-28/04-05/05/16)











ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΑΠΟ 15 ΣΕΠ. 2010

ΠΑΡΟΝΤΕΣ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Photobucket
 
Support : ΦΟΡΑ ΠΑΡΤΙΔΑ | ΦΟΡΑ ΠΑΡΤΙΔΑ | ΦΟΡΑ ΠΑΡΤΙΔΑ
Copyright © 2013. ΦΟΡΑ ΠΑΡΤΙΔΑ - All Rights Reserved
Template Created by ΦΟΡΑ ΠΑΡΤΙΔΑ Published by ΦΟΡΑ ΠΑΡΤΙΔΑ
Proudly powered by Blogger